Το τραγούδι «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» έχει άμεση σύνδεση με την πόλη της Θεσσαλονίκης. Όμως, παρά τη φήμη του ως ένα από τα ωραιότερα ερωτικά κομμάτια, η αλήθεια είναι πως δεν υμνεί τον έρωτα. Αντιθέτως, ο μεγάλος Απόστολος Καλδάρας άντλησε την έμπνευσή του από τη σκληρή πραγματικότητα των φυλακισμένων του Γεντί Κουλέ. Έτσι, δημιούργησε ένα τραγούδι που αντικατοπτρίζει την αγωνία, την απομόνωση και το σκοτάδι της φυλακής.
Η παρεξήγηση και η Λογοκρισία
Πολλοί ακροατές θεωρούν το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» ως ένα κλασικό ερωτικό λαϊκό τραγούδι. Η πραγματική ιστορία πίσω από τη δημιουργία του, ωστόσο, διαφέρει σημαντικά.
Ο Απόστολος Καλδάρας έγραψε το κομμάτι για να αποτυπώσει τη μοναξιά των κρατούμενων στο Γεντί Κουλέ. Οι διαβόητες φυλακές της Θεσσαλονίκης «φιλοξένησαν» αμέτρητους ποινικούς, αλλά και πολιτικούς κρατούμενους (αριστερούς και άλλους «ανεπιθύμητους») κατά τη διάρκεια ταραγμένων περιόδων της ελληνικής ιστορίας, όπως ο Εμφύλιος και αργότερα η Χούντα.
Η αυστηρή λογοκρισία της εποχής (το τραγούδι γράφτηκε το 1945-46) δεν επέτρεψε στον δημιουργό να κυκλοφορήσει το κομμάτι με τους πρωτότυπους στίχους. Οι censores ανάγκασαν τον Καλδάρα να αλλάξει τα λόγια. Έτσι, το τραγούδι έφτασε στις μέρες μας παραλλαγμένο, κρύβοντας το αρχικό, βαρύ του νόημα πίσω από ερωτικές αλληγορίες.
Παρά τις αλλαγές, η μελωδία και η συναισθηματική φόρτιση που αποπνέει κατάφεραν να αγγίξουν τις καρδιές πολλών γενεών, διατηρώντας το ως ένα κλασικό κομμάτι της ελληνικής μουσικής κληρονομιάς.
Η έμπνευση του Καλδάρα
Ο Απόστολος Καλδάρας, συνθέτης και στιχουργός από τα Τρίκαλα, άφησε την πατρίδα του και μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη για να σπουδάσει στη Γεωπονική. Παράλληλα, έκανε μεροκάματα ως μουσικός.
Το 1945, ο Καλδάρας δούλευε στο νυχτερινό κέντρο «Μαξίμ», μαζί με τον Χρήστο Μίγκο, ο οποίος έμενε στη συνοικία της Ακρόπολης (Άνω Πόλη). Ο ίδιος ο συνθέτης, που ανήκε στον χώρο της Αριστεράς, διηγήθηκε αργότερα την ιστορία στον ερευνητή του ρεμπέτικου, Παναγιώτη Κουνάδη:
Ένα απόγευμα, καθώς κατέβαιναν από το σπίτι του Μίγκου, η εικόνα του Επταπυργίου (Γεντί Κουλέ) κέντρισε το βλέμμα του Καλδάρα. Η βαριά σιλουέτα της φυλακής και η σκέψη των ανθρώπων που υπέφεραν πίσω από τα τείχη της, γέννησαν τους πρώτους στίχους.
Οι Απαγορευμένοι Στίχοι (Original Version)
Οι αρχικοί στίχοι κόπηκαν αμέσως από τη λογοκρισία:
«Νύχτωσε και στο Γεντί, το σκοτάδι είναι βαθύ, κι όμως ένα παλικάρι δεν μπορεί να κοιμηθεί.
Άραγε τι περιμένει, όλη νύχτα ως το πρωί, στο στενό το παραθύρι, που φωτίζει το κελί.
Πόρτα ανοίγει, πόρτα κλείνει, μα διπλό είναι το κλειδί, τι έχει κάνει και το ρίξαν το παιδί στη φυλακή».
Το τέλος του Γεντί Κουλέ
Το Γεντί Κουλέ (Επταπύργιο) λειτούργησε ως φυλακή για δεκαετίες, αποτελώντας σύμβολο καταπίεσης. Μετά την πτώση της Χούντας το 1974, ένα ισχυρό κίνημα πολιτών απαίτησε την άμεση αναστολή της λειτουργίας του και τη μεταφορά των φυλακών σε νέες εγκαταστάσεις που θα σέβονταν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Στο κίνημα συμμετείχαν κάτοικοι, εισαγγελείς και κυρίως πρώην πολιτικοί κρατούμενοι, με ηγετική μορφή τον Γεώργιο-Αλέξανδρο Μαγκάκη.
Τελικά, το 1989, οι φυλακές έκλεισαν οριστικά. Οι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν στις νέες φυλακές Διαβατών. Σήμερα, το Επταπύργιο λειτουργεί ως επισκέψιμο μνημείο και χώρος πολιτισμού, προσφέροντας μια από τις ωραιότερες θέες στην πόλη, αλλά και μια υπενθύμιση της σκοτεινής ιστορίας του.
Φάε λάδι κι έλα βράδυ, η έκφραση που ίσως γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη

